Σε αυτό το κεφάλαιο θα βρείτε:
Η δημοκρατική ιθαγένεια ως μηχανισμός για την ένταξη ή τον αποκλεισμό των μεταναστών
Η εφαρμογή της Οδηγίας για την προσωρινή προστασία των εκτοπισθέντων, σε περιπτώσεις μαζικής εισροής, ως εργαλείου για την άμεση αναγνώριση των δικαιωμάτων τους
Το δικαίωμα στην παγκόσμια υγεία: Αγωγή υγείας και λειτουργία των συστημάτων δημόσιας υγείας
Το δικαίωμα στην εκπαίδευση: Εθνικά εκπαιδευτικά συστήματα και Ευρωπαϊκός Χώρος Ανώτατης Εκπαίδευσης
Το δικαίωμα στην εργασία. Το ζήτημα εργασιακής ένταξης των μεταναστών (μετανάστριες και λειτουργία φροντίδας)
Το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης
Η άσκηση από τους μετανάστες των δικαιωμάτων συνάθροισης και συνένωσης. (Η συνάφεια του δικαιώματος συνένωσης για την ένταξη των μεταναστών)
Ερώτηση αναστοχασμού
Πώς τα δικαιώματα που διασφαλίζουν την ακεραιότητα των μεταναστών συμβάλλουν στην ασφάλεια και την ένταξή τους στην κοινωνία; Η διασφάλιση των δικαιωμάτων των μεταναστών προωθεί την ασφάλεια, την αξιοπρέπεια και την επιτυχή ένταξή τους στην κοινωνία, ενισχύοντας την κοινωνική συνοχή και σταθερότητα.

Αυτά τα δικαιώματα είναι ζωτικής σημασίας για τη δημιουργία μιας δίκαιης και σταθερής κοινωνίας όπου όλοι μπορούν να αναπτυχθούν με σταθερότητα ανεξαρτήτως καταγωγής. Για περισσότερες πληροφορίες, μπορείτε να διαβάσετε την Εργαλειοθήκη για την ένταξη ατόμων με μεταναστευτικό υπόβαθρο.
Η δημοκρατική ιθαγένεια ως μηχανισμός για την ένταξη ή τον αποκλεισμό των μεταναστών
Οι μετανάστες συχνά αποκλείονται από την άσκηση των βασικών δικαιωμάτων, καθώς πολλά ανθρώπινα δικαιώματα παρέχονται από τις εθνικές νομοθεσίες των κρατών μόνο στους πολίτες τους. Ωστόσο, το διεθνές και το ευρωπαϊκό δίκαιο περιλαμβάνουν ρήτρες απαγόρευσης των διακρίσεων σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των μεταναστών. Εκτός από τις διατάξεις του διεθνούς δικαίου, οι μετανάστες που βρίσκονται στην Ευρώπη προστατεύονται από νομικά κείμενα που έχουν θεσπιστεί από δύο περιφερειακούς διεθνείς οργανισμούς: το Συμβούλιο της Ευρώπης και την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ).
Η εφαρμογή της Οδηγίας για την προσωρινή προστασία των εκτοπισθέντων, σε περιπτώσεις μαζικής εισροής, ως εργαλείου για την άμεση αναγνώριση των δικαιωμάτων τους
Η Οδηγία 2001/55/ΕΚ της 20ής Ιουλίου 2001 σχετικά σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές παροχής προσωρινής προστασίας σε περίπτωση μαζικής εισροής εκτοπισθέντων και μέτρα για τη δίκαιη κατανομή των βαρών μεταξύ κρατών μελών όσον αφορά την υποδοχή και την αντιμετώπιση των συνεπειών της υποδοχής αυτών των ατόμων υιοθετήθηκε μετά την κρίση στο Κόσοβο. Η «προσωρινή προστασία» είναι μία διαδικασία με έκτακτο χαρακτήρα που εξασφαλίζει, σε περίπτωση μαζικής εισροής ή εάν επίκειται μαζική εισροή εκτοπισθέντων από τρίτες χώρες, οι οποίοι δεν μπορούν να επιστρέψουν στη χώρα καταγωγής τους, άμεση και προσωρινή προστασία σε αυτά τα άτομα, ιδίως εάν υπάρχει επίσης κίνδυνος το σύστημα ασύλου να μην μπορεί να αντιμετωπίσει αυτήν την εισροή χωρίς αρνητικές συνέπειες για την καλή λειτουργία του, το συμφέρον των ενδιαφερομένων ατόμων και το συμφέρον άλλων ατόμων που ζητούν προστασία. Εκτός από την παροχή προστασίας σε περιπτώσεις μαζικής εισροής, η Οδηγία αντικατοπτρίζει επίσης τους στόχους της μείωσης του κόστους και του επιμερισμού της ευθύνης μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ. Η πρώτη επιτυγχάνεται με την παροχή προστασίας μικρότερης διάρκειας (μέγιστη διάρκεια τριών ετών) και λιγότερων υλικών παροχών στους δικαιούχους προσωρινής προστασίας σε σύγκριση με τους δικαιούχους καθεστώτος πρόσφυγα, ενώ η δεύτερη βασίζεται στην οικονομική αλληλεγγύη που προβλέπεται στο άρθρο 24 της Οδηγίας (Ευρωπαϊκό Ταμείο για τους πρόσφυγες) και την κατανομή των αιτούντων/δικαιούχων στα κράτη μέλη της Ε.Ε. Η Οδηγία εφαρμόστηκε μόνο μία φορά, 20+ χρόνια μετά την έγκρισή της, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Το Πρόγραμμα Εκπαίδευσης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα για Νομικούς (HELP) του Συμβουλίου της Ευρώπης προσφέρει ένα μάθημα διάρκειας 2,5 ωρών που διατίθεται δωρεάν στην πλατφόρμα ηλεκτρονικής μάθησης CoE HELP, το οποίο στοχεύει στην επιμόρφωση νομικών και άλλων σχετικών ενδιαφερομένων ως προς την πρακτική εφαρμογή του καθεστώτος προσωρινής προστασίας της ΕΕ.
Το δικαίωμα στην παγκόσμια υγεία: Αγωγή υγείας και λειτουργία των συστημάτων δημόσιας υγείας

Σύμφωνα με το Καταστατικό του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, η διασφάλιση του υψηλότερου δυνατού επιπέδου υγείας είναι ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα κάθε ανθρώπου χωρίς διάκριση φυλής, θρησκείας, πολιτικών πεποιθήσεων, οικονομικής ή κοινωνικής κατάστασης. Το οικουμενικό δικαίωμα στην υγεία κατοχυρώνεται από τα άρθρα 25 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 12 του Διεθνούς Συμφώνου Οικονομικών Κοινωνικών και Πολιτιστικών Δικαιωμάτων, 24 της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού, 12 της Σύμβασης για την Εξάλειψη των Διακρίσεων Κατά των Γυναικών, 25 της Σύμβασης για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία, 28 της Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων Μεταναστών Εργαζομένων και Μελών των Οικογενειών τους και 5 της Σύμβασης για την Εξάλειψη όλων των Μορφών Φυλετικών Διακρίσεων.
Για εξασφάλιση της αποτελεσματικής άσκησης του δικαιώματος για προστασία της υγείας, τα Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να λαμβάνουν είτε απευθείας είτε με τη συνεργασία δημόσιων και ιδιωτικών οργανώσεων, κατάλληλα μέτρα που αποσκοπούν ιδίως : 1. Να εξαφανίζουν κατά το δυνατό τα αίτια μη ικανοποιητικής υγείας. 2. Να προβλέπουν συμβουλευτικές υπηρεσίες και υπηρεσίες διαφώτισης σε ό,τι αφορά τη βελτίωση της υγείας και την ανάπτυξη της συναίσθησης ατομικής ευθύνης στον τομέα της υγείας. 3. Να προλαμβάνουν, κατά το δυνατό, τις επιδημικές, ενδημικές και άλλες ασθένειες (Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης, α. 11 «Δικαίωμα για προστασία της υγείας».
Αυτές οι διατάξεις προστατεύουν και τους μετανάστες διότι σύμφωνα με τον Χάρτη «Η απόλαυση των δικαιωμάτων που περιγράφονται στον παρόντα Χάρτη διασφαλίζεται χωρίς διακρίσεις για οποιονδήποτε λόγο όπως φυλή, χρώμα, φύλο, γλώσσα, θρησκεία, πολιτική ή άλλη άποψη, εθνική ή κοινωνική καταγωγή, υγεία, σύνδεση με εθνική μειονότητα, γέννηση ή άλλη κατάσταση» (Άρθρο Ε – «Μη διάκριση»).
Το δικαίωμα στην εκπαίδευση: Εθνικά εκπαιδευτικά συστήματα και Ευρωπαϊκός Χώρος Ανώτατης Εκπαίδευσης
Δικαίωμα δεν είναι αυτό που σου δίνει κάποιος, είναι αυτό που κανείς δεν μπορεί να σου αφαιρέσει. – Ramsey Clark
Το δικαίωμα στην εκπαίδευση προστατεύεται από τα Άρθρα 13 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα, 24 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, 28 και 29 της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού, 5 της Διεθνούς Σύμβασης σχετικά με την εξάλειψη όλων των μορφών φυλετικών διακρίσεων, 22 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και της Σύμβασης της UNESCO κατά των διακρίσεων στην εκπαίδευση. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, διασφαλίζεται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, καθώς και το Δίκαιο της ΕΕ. Ειδικές διατάξεις του τελευταίου διασφαλίζουν ότι οι πρόσφυγες και οι αιτούντες άσυλο έχουν επίσης πρόσβαση στην εκπαίδευση, αναγνωρίζοντας τον κρίσιμο ρόλο της στην ένταξη και στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια (άρθρο 14 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 14 της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία και του άρθρου 27 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας).


Το δικαίωμα στην εργασία. Το ζήτημα εργασιακής ένταξης των μεταναστών (μετανάστριες και λειτουργία φροντίδας)
Το δικαίωμα στην εργασία προβλέπεται από τα άρθρα 23 της Οικουμενικής Διακήρυξης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 6 και 7 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα και 5 δ, ι, και ιι της Σύμβασης για την Εξάλειψη των Φυλετικών Διακρίσεων. Η Σύμβαση για την προστασία των δικαιωμάτων των Μεταναστών Εργαζομένων και των Μελών των Οικογενειών τους έχει άμεση σχέση με τους μετανάστες εργαζομένους, αλλά η πλειονότητα των χωρών υποδοχής δεν την έχει επικυρώσει.

Η πρόσβαση στην αγορά εργασίας και οι σχετικοί όροι για τους αναγνωρισμένους πρόσφυγες προβλέπονται από το άρθρο 17 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Το δίκαιο της ΕΕ ρυθμίζει αυτό το ζήτημα όχι μόνο για τους αναγνωρισμένους πρόσφυγες (άρθρο 26 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, αλλά και για τους αιτούντες άσυλο (άρθρο 15 της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ). Η πρόσβαση στην αγορά εργασίας στη χώρα υποδοχής είναι καίριας σημασίας για τους αιτούντες άσυλο και τους πρόσφυγες, καθώς τους επιτρέπει να υποστηρίζουν τους εαυτούς τους και τις οικογένειές τους, διασφαλίζοντας παράλληλα την αξιοπρέπειά τους. Ενώ η πρόσβαση στην αγορά εργασίας προάγει την κοινωνική ένταξη, η μακροχρόνια εξάρτηση από κρατική χρηματοδότηση μέσω επιδομάτων μπορεί να είναι αποθαρρυντική, καταδικάζοντας τα άτομα σε αδράνεια. Αν, μάλιστα, στερούνται αυτού του δικαιώματος, κινδυνεύουν να εκτεθούν σε παράνομη απασχόληση και εκμετάλλευση.. Για την εύρεση εργασίας, από αυτή την άποψη, θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην επαγγελματική κατάρτιση και στην παροχή κατάλληλων πληροφοριών και παροχών στους εργοδότες για την πρόσληψή τους.
Το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης
Πώς μπορεί κανείς να ενσωματωθεί πλήρως στη νέα χώρα υποδοχής χωρίς να γνωρίζει ότι ο σύζυγος ή τα παιδιά του είναι ασφαλείς; Το πρώτο μέλος μιας οικογένειας που εγκαταστάθηκε στη χώρα υποδοχής θα βοηθήσει και θα καθοδηγήσει τα επόμενα μέλη της οικογένειας που έρχονται στη διαδικασία ένταξης, διευκολύνοντας έτσι το έργο της κυβέρνησης (…) Οι περιοριστικοί νόμοι που εμποδίζουν την επανένωση των οικογενειών οδηγούν στο συμπέρασμα ότι: μετανάστες και πρόσφυγες που διαμένουν νόμιμα σε μια χώρα, θα πρέπει να μπορούν να επανενωθούν με τα μέλη της οικογένειάς τους το συντομότερο δυνατό, χωρίς να περάσουν από επίπονες διαδικασίες. Η άρνηση του ανθρώπινου δικαιώματος να είναι κάποιος με την οικογένειά του, δυσκολεύει τη ζωή και πολύ περισσότερο την ένταξη
Επίτροπος του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, Σχόλιο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα «Restrictive laws prevent families from reuniting» (2 Φεβρουαρίου 2011).
Το δικαίωμα της οικογενειακής επανένωσης αποτελεί μια από τις βασικές πτυχές του δικαιώματος σεβασμού της οικογενειακής ζωής, το οποίο αναγνωρίζεται ως θεμελιώδες δικαίωμα από το διεθνές, ευρωπαϊκό και ενωσιακό δίκαιο. Αυτό το δικαίωμα κατοχυρώνεται σε διάφορα διεθνή και ευρωπαϊκά εργαλεία, όπως η Οικουμενική Διακήρυξη Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα, η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Οι αιτούντες άσυλο, οι αναγνωρισμένοι πρόσφυγες και οι νόμιμοι μετανάστες διαθέτουν συγκεκριμένα δικαιώματα σχετικά με την οικογενειακή επανένωση στην Ευρώπη. Το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης για τους αιτούντες άσυλο κατοχυρώνεται στον Κανονισμό Δουβλίνο ΙΙΙ και θα παρέχεται επίσης από τον Κανονισμό για τη Διαχείριση Ασύλου και Μετανάστευσης του νέου Συμφώνου της ΕΕ για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, το οποίο αναμένεται να αρχίσει να εφαρμόζεται το 2026.

Οι αιτούντες άσυλο δεν επιτρέπεται να φέρνουν μέλη της οικογένειάς τους από τρίτες χώρες στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο, έχουν το δικαίωμα να επανενωθούν με μέλη της οικογένειας που είναι ήδη παρόντα σε άλλα κράτη μέλη. Μέλη της οικογένειας θεωρούνται μόνο τα ζευγάρια και τα ανήλικα παιδιά τους. Το δικαίωμα στην οικογενειακή επανένωση για τους αναγνωρισμένους πρόσφυγες και τους νόμιμους μετανάστες παρέχεται από την Οδηγία 2003/86/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, σχετικά με το δικαίωμα στην οικογενειακή επανένωση. Τα κράτη μέλη της ΕΕ μπορούν να επιτρέπουν την είσοδο και τη διαμονή σε (α) εξ αίματος και πρώτου βαθμού ανιόντες του συντηρούντος ή του/της συζύγου του, εφόσον έχουν την ευθύνη συντήρησής τους και τα άτομα αυτά στερούνται της απαραίτητης οικογενειακής υποστήριξης στη χώρα καταγωγής και (β) ενήλικα άγαμα τέκνα του συντηρούντος ή του/της συζύγου του, εφόσον αυτά δεν μπορούν αντικειμενικά να καλύψουν τις ανάγκες τους λόγω της κατάστασης της υγείας τους. Μπορούν επίσης να επιτρέπουν την είσοδο στον εκτός γάμου σύντροφο σε μακροχρόνια, αποδεδειγμένη σχέση ή σε σύντροφο νομικά κατοχυρωμένης σχέσης. Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη αποδεικτικά στοιχεία όπως ύπαρξη τέκνου, προηγούμενη συμβίωση ή νομικά κατοχυρωμένη συμβίωση. Η οικογενειακή επανένωση με επιπλέον συζύγους σε πολυγαμικούς γάμους απαγορεύεται εάν ο ένας σύζυγος κατοικεί ήδη σε κράτος μέλος της ΕΕ. Τα κράτη μέλη της ΕΕ μπορούν να περιορίσουν την οικογενειακή επανένωση για τα ανήλικα παιδιά επιπλέον συζύγου και του συντηρούντος. Για να υποστηρίξουν την ένταξη και να αποτρέψουν τους αναγκαστικούς γάμους, μπορεί να απαιτήσουν τόσο ο συντηρών όσο και ο σύζυγος να είναι τουλάχιστον 21 ετών πριν από την επανένωση. Μπορούν επίσης να επιτρέπουν την επανένωση άλλων εξαρτώμενων μελών της οικογένειας ενός πρόσφυγα. Για τους ασυνόδευτους ανήλικους πρόσφυγες, τα κράτη μέλη πρέπει να επιτρέπουν την είσοδο και τη διαμονή σε εξ αίματος και πρώτου βαθμού ανιόντες συγγενείς και σε νόμιμο κηδεμόνα ή άλλα μέλη της οικογένειας εάν δεν βρεθούν άμεσοι συγγενείς.
Η άσκηση από τους μετανάστες των δικαιωμάτων συνάθροισης και συνένωσης. (Η συνάφεια του δικαιώματος συνένωσης για την ένταξη των μεταναστών)
Τα δικαιώματα στην ελευθερία συνάθροισης και συνένωσης αναγνωρίζονται σε πολυάριθμα διεθνή κείμενα. Το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα ορίζει ότι τα κράτη πρέπει να σέβονται τα δικαιώματα συνάθροισης και συνένωσης και να διασφαλίζουν ότι όλα τα άτομα εντός της επικράτειας και της δικαιοδοσίας τους μπορούν να ασκούν αυτά τα δικαιώματα χωρίς καμία διάκριση. Αυτό πρέπει να επιτευχθεί με τη θέσπιση νομοθεσίας, την παροχή αποτελεσματικών διορθωτικών μέτρων και την εφαρμογή αποτελεσματικών μηχανισμών επιβολής (άρθρο 2). Η Επιτροπή για τους Μετανάστες Εργαζόμενους έχει εντοπίσει την ανάγκη των κρατών να διευκολύνουν το σχηματισμό αυτοοργανωμένων ομάδων μεταξύ των μεταναστών εργαζομένων, ανεξάρτητα από το μεταναστευτικό τους καθεστώς (Επιτροπή για την Προστασίας των Δικαιωμάτων όλων των Μεταναστών Εργαζομένων και των Μελών των Οικογενειών τους, γενικό σχόλιο 2, 28 Αυγούστου 2013). Το άρθρο 15 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 ρυθμίζει το δικαίωμα των προσφύγων να ιδρύουν μη πολιτικούς και μη κερδοσκοπικούς συλλόγους και συνδικαλιστικές οργανώσεις. Επιπλέον, το άρθρο 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, που αφορά την ελευθερία συνάθροισης, εφαρμόζεται και στους μετανάστες.

